Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Van Der Graaf Generator - Pilgrims


Van Der Graaf Generator - Pilgrims
A song written by Peter Hammill and David Jackson 1976
Sometimes you feel so far away,
distanced from all the action of the play,
unable to grasp significance,
marking the plot with diffident dismay,
stranded at centre stage,
scrabbling through your diary for a lost page:
unsure of the dream.
Kicking a stone across the beach,
aching for love and comfort out of reach:
the way ahead seems to be so bleak,
there's no-one with any friendship left to speak
or show any relation
between your present and future situations...
lost to the dream.
Away, away, away--look to the future day
for hope, some form of peace
within the growing storm.
I climb through the evening,
alive and believing
in time we shall all know our goals
and so, finally, home;
for now, all is secret -
though how could I speak it,
allow me the dream in my eye!
I've been waiting for such a long time
just to see it at last, all of the hands tightly clasped,
all of us pilgrims.
Walking in silence down the coast,
merely to journey - here hope is the most,
merely to know there is an end;
all of us - lovers, brothers, sisters, friends
hand in hand.
Shining footprints on the wet sand
lead to the dream.
The time has come, the tide has almost run
and drained the deep: I rise from lifelong sleep.
It seems such a long time
I've dreamed but now, awake,
I can see we are pilgrims and so
must walk this road,
unknown in our purpose,
alone, but not worthless,
and home ever calling us on.
We've been waiting here for so long,
all of our hands joined in hope,
holding the weight on the rope
all of us pilgrims.

Add To Facebook

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

T. S. Eliot - The Hollow Men (Οι Αχυρανθρωποι - Οι Αδειοι Ανθρωποι)


The Hollow Men
T. S. Eliot (1925)
We are the hollow men
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw.
Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats' feet over broken glass
In our dry cellar
Shape without form, shade without colour,
Paralysed force, gesture without motion;
Those who have crossed
With direct eyes, to death's other Kingdom
Remember us -- if at all -- not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.
II
Eyes I dare not meet in dreams
In death's dream kingdom
These do not appear:
There, the eyes are
Sunlight on a broken column
There, is a tree swinging
And voices are
In the wind's singing
More distant and more solemn
Than a fading star.
Let me be no nearer
In death's dream kingdom
Let me also wear
Such deliberate disguises
Rat's coat, crowskin, crossed staves
In a field
Behaving as the wind behaves
No nearer --
Not that final meeting
In the twilight kingdom
III
This is the dead land
This is cactus land
Here the stone images
Are raised,
here they receive
The supplication of a dead man's hand
Under the twinkle of a fading star.
Is it like this
In death's other kingdom
Waking alone
At the hour when we are
Trembling with tenderness
Lips that would kiss
Form prayers to broken stone.
IV
The eyes are not here
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley
This broken jaw of our lost kingdoms
In this last of meeting places
We grope together
And avoid speech
Gathered on this beach of the tumid river
Sightless, unless
The eyes reappear
As the perpetual star
Multifoliate rose
Of death's twilight kingdom
The hope only
Of empty men.
V
Here we go round the prickly pear
Prickly pear prickly pear
Here we go round the prickly pear
At five o'clock in the morning.
Between the idea
And the reality
Between the motion
And the act
Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom

Between the conception
And the creation
Between the emotion
And the response
Falls the Shadow

Life is very long

Between the desire
And the spasm
Between the potency
And the existence
Between the essence
And the descent

Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom
For Thine is
Life is
For Thine is the
This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
Not with a bang but a whimper.

Add To Facebook

T.S. Eliot (Τομας Στερνς Ελιοτ) - Οι Αδειοι Ανθρωποι (Οι Αχυρανθρωποι)





ΟΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

I.
Είμαστε οι ασήμαντοι άνθρωποι Είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι Που σκύβουμε όλοι μαζί. Αχυρα γεμάτο το κεφάλι μας. Αλίμονο! Οι άνυδρες φωνές μας, σαν Ψιθυρίζουμε όλοι μαζί Είν' άσκοπες και σιγανές Σαν αγέρας σε γρασίδι ξεραμένο Ή ποντικού πατημασιές σε γυαλιά θρυμματισμένα Στο άδειο μας κελάρι. Άμορφο σχήμα, άχρωμη σκιά Δύναμη παράλυτη, γνέψιμο ακίνητο Κείνοι που διάβηκαν Με μάτια σταθερά, το βασίλειο το άλλο του θανάτου Μας θυμούνται - αν θυμούνται - όχι σα χαμένες Φλογερές ψυχές, αλλά μονάχα Σαν ασήμαντους ανθρώπους Σα βαλσαμωμένους ανθρώπους.

II.

Μάτια που δεν αποτολμώ να συναντήσω στα όνειρα Στ' ονειρικό βασίλειο του θανάτου Αυτά δε φανερώνονται Εκεί είναι τα μάτια Λιόφωτο σε κίονα σπασμένο Εκεί, σαλεύει κάποιο δέντρο Κι υπάρχουνε φωνές Στο τραγούδι του ανέμου Πιο απόμακρες, πιο επιβλητικές Απο κάποιο αστέρι που ψυχορραγεί. Πιο κοντά ας μη βρεθώ Στ' ονειρικό βασίλειο του θανάτου Κι ακόμη ας ντυθώ Σκοπίμως τέτοια μασκαρέματα Ψάθες, φτερά κοράκου, τρίχωμα ποντικού Σ' ένα λιβάδι Έχοντας το φέρσιμο του ανέμου Όχι πιο κοντά Όχι το στερνό τούτο συναπάντημα Εκεί που βασιλεύει το μισοσκόταδο.

III.

Αυτή η χώρα είναι νεκρή Αυτή η χώρα είναι του κάκτου Εδώ των βράχων οι εικόνες Ιστορούνται, εδώ δέχονται Την ικεσία χεριών νεκρού Κάτω απ' τη στίλβη αστεριού που ψυχορραγεί. Είναι μήπως έτσι Στο βασίλειο το άλλο του θανάτου Ξυπνώντας ολομόναχοι Τη στιγμή που Λιγώνουμε απο τρυφερότητα Χείλη που θα φιλούσαν Προσεύχονται σε τσακισμένες πέτρες.

IV.

Δεν είν' εδώ τα μάτια Μάτια δεν έχει εδώ Σε τούτη την κοιλάδα όπου πεθαίνουν άστρα Σε τούτη την ασήμαντη κοιλάδα Στο τσακισμένο αυτό σαγόνι των ρημαγμένων μας ρηγάτων Σ' αυτό τον τόπο του στερνού συναπαντήματος Ψάχνουμε στα τυφλά μαζί Και τις κουβέντες αποφεύγουμε Στην όχθη συναγμένοι αυτού του φουσκωμένου ποταμού Τυφλοί, εκτός κι αν Ξαναφανούν τα μάτια Σαν το παντοτινό αστέρι Τριαντάφυλλο εκατόφυλλο Του μισοσκότεινου βασίλειου του θανάτου Ελπίδα μόνον Των αδειανών ανθρώπων.

V.
Γύρω τριγύρω απ’ τη συκιά Φραγκοσυκιά - φραγκοσυκιά

Γύρω τριγύρω απ’ τη συκιά
Στις πέντε το πρωί
Ανάμεσα στην ιδέα και στην πραγμάτωση
Ανάμεσα στην κίνηση και στην πράξη
Πέφτει η σκιά
Ανάμεσα στην σύλληψη και στην δημιουργία
Ανάμεσα στην συγκίνηση κι στην απόκριση
Πέφτει σκιά
Μεγάλη ειν’ η ζωή πολύ
Ανάμεσα στον πόθο και στον σπασμό
Ανάμεσα στο σθένος και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία και στην πτώση
Πέφτει σκιά
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ότι Σου εστίν Η ζωή
εστί Ότι Σου εστίν η ζωη
Με τούτο τον τρόπο τελειώνει ο κόσμος
Με τούτο τον τρόπο τελειώνει ο κόσμος
Με τούτο τον τρόπο τελειώνει ο κόσμος
Όχι με κρότο μα με λυγμό.



για πληροφοριες σχετικα με τον Τομας Στερνς Ελιοτ , δες εδω


Add To Facebook

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008

GIUSEPPE UNGARETTI - Η ΛΕΙΑ ΤΟΥ


GIUSEPPE UNGARETTI - Η ΛΕΙΑ ΤΟΥ
Για τον Mario Diacono, ποιητή, φίλο, Που βρήκε τις παλιές μου σελίδες Taranto Ιούλιος του 1933

Αυτός ο ήλιος θέλει να μάθουμε καλά ότι η μεγάλη μέρα είναι λεία του. Απ’ τα χαράματα άρχισε να ροδίζει στα τελευταία χόρτα Στον παλιό σταυρό πάνω στην σπαραγμένη πέτρα δεν θα κουραστεί ποτέ να παραχωρεί μια λάμψη ανακουφίζοντας των χεριών το σίδερο, σφυρί και λόγχη, καρφιά και τανάλια. Έριξε κεραυνό επάνω σ’ ένα χελιδόνι. Αλλά η κυριαρχία του από τις 7 ως τις 19 είναι διακριτική, ώρες ακόμα φιλόξενες. Γυάλισε με γλυκύτητα το χώρο τους. Οι σκιές που περικλείει και που περιστρέφονται αλλάζουν χρώματα κι από άσπρο βιολετί γίνονται ροζ, δεν είναι παρά σκέψεις ενός νέου περαστικού ερωτευμένου. Περασμένες 7 όλα είναι έρημος γεμάτη, εκτός από την περιπλάνηση θηρίου λαχανιασμένου. Δίχως να βρίσκει ανακούφιση, κάθε λίγο, στον πρώτο ερχόμενο καπνό βυθίζει μάταια τη μούρη του. Την ξανασηκώνει παραμένοντας εύπιστο. Χωρίς ν’ απελπιστεί φτάνει στο ζενίθ. Βρίσκεται κάτω από ένα σκληρό του αέρα που πέφτει αργά χωρίς βάρος όπως πέφτει κανείς μέσα στο όνειρο. Είναι 14:00 επιτέλους. Ο τόπος γυμνός γίνεται μια τρύπα στην πίεση των ποδιών έτσι που το θηρίο λαχανιασμένο τρελαίνεται. Πολλαπλασιάζεται. Κι ένα κοπάδι αίγες τρέχουν ή χορεύουν. Κανείς δεν ξέρει. Ο ήλιος άγγιξε χώμα με τα πένθιμα πόδια της αράχνης. Σημ: Βρέθηκε από τον Mario Diacono μέσα σε κάποια παλιά χαρτιά του Ποιητή. Πρέπει να ανήκει στην εποχή του ταξιδιού στην Πούλια το καλοκαίρι του 1933. (Μετ. Νίκος Βαραλής)

Add To Facebook

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2007

T.S. Eliot (Τομας Στερνς Ελιοτ) - Οι Αδειοι Ανθρωποι (Οι Αχυρανθρωποι)




ΟΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

I.
Είμαστε οι ασήμαντοι άνθρωποι Είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι Που σκύβουμε όλοι μαζί. Αχυρα γεμάτο το κεφάλι μας. Αλίμονο! Οι άνυδρες φωνές μας, σαν Ψιθυρίζουμε όλοι μαζί Είν' άσκοπες και σιγανές Σαν αγέρας σε γρασίδι ξεραμένο Ή ποντικού πατημασιές σε γυαλιά θρυμματισμένα Στο άδειο μας κελάρι. Άμορφο σχήμα, άχρωμη σκιά Δύναμη παράλυτη, γνέψιμο ακίνητο Κείνοι που διάβηκαν Με μάτια σταθερά, το βασίλειο το άλλο του θανάτου Μας θυμούνται - αν θυμούνται - όχι σα χαμένες Φλογερές ψυχές, αλλά μονάχα Σαν ασήμαντους ανθρώπους Σα βαλσαμωμένους ανθρώπους.

II.

Μάτια που δεν αποτολμώ να συναντήσω στα όνειρα Στ' ονειρικό βασίλειο του θανάτου Αυτά δε φανερώνονται Εκεί είναι τα μάτια Λιόφωτο σε κίονα σπασμένο Εκεί, σαλεύει κάποιο δέντρο Κι υπάρχουνε φωνές Στο τραγούδι του ανέμου Πιο απόμακρες, πιο επιβλητικές Απο κάποιο αστέρι που ψυχορραγεί. Πιο κοντά ας μη βρεθώ Στ' ονειρικό βασίλειο του θανάτου Κι ακόμη ας ντυθώ Σκοπίμως τέτοια μασκαρέματα Ψάθες, φτερά κοράκου, τρίχωμα ποντικού Σ' ένα λιβάδι Έχοντας το φέρσιμο του ανέμου Όχι πιο κοντά Όχι το στερνό τούτο συναπάντημα Εκεί που βασιλεύει το μισοσκόταδο.

III.

Αυτή η χώρα είναι νεκρή Αυτή η χώρα είναι του κάκτου Εδώ των βράχων οι εικόνες Ιστορούνται, εδώ δέχονται Την ικεσία χεριών νεκρού Κάτω απ' τη στίλβη αστεριού που ψυχορραγεί. Είναι μήπως έτσι Στο βασίλειο το άλλο του θανάτου Ξυπνώντας ολομόναχοι Τη στιγμή που Λιγώνουμε απο τρυφερότητα Χείλη που θα φιλούσαν Προσεύχονται σε τσακισμένες πέτρες.

IV.

Δεν είν' εδώ τα μάτια Μάτια δεν έχει εδώ Σε τούτη την κοιλάδα όπου πεθαίνουν άστρα Σε τούτη την ασήμαντη κοιλάδα Στο τσακισμένο αυτό σαγόνι των ρημαγμένων μας ρηγάτων Σ' αυτό τον τόπο του στερνού συναπαντήματος Ψάχνουμε στα τυφλά μαζί Και τις κουβέντες αποφεύγουμε Στην όχθη συναγμένοι αυτού του φουσκωμένου ποταμού Τυφλοί, εκτός κι αν Ξαναφανούν τα μάτια Σαν το παντοτινό αστέρι Τριαντάφυλλο εκατόφυλλο Του μισοσκότεινου βασίλειου του θανάτου Ελπίδα μόνον Των αδειανών ανθρώπων.

V.
Γύρω τριγύρω απ’ τη συκιά Φραγκοσυκιά - φραγκοσυκιά

Γύρω τριγύρω απ’ τη συκιά
Στις πέντε το πρωί
Ανάμεσα στην ιδέα και στην πραγμάτωση
Ανάμεσα στην κίνηση και στην πράξη
Πέφτει η σκιά
Ανάμεσα στην σύλληψη και στην δημιουργία
Ανάμεσα στην συγκίνηση κι στην απόκριση
Πέφτει σκιά
Μεγάλη ειν’ η ζωή πολύ
Ανάμεσα στον πόθο και στον σπασμό
Ανάμεσα στο σθένος και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία και στην πτώση
Πέφτει σκιά
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ότι Σου εστίν Η ζωή
εστί Ότι Σου εστίν η ζωη
Με τούτο τον τρόπο τελειώνει ο κόσμος
Με τούτο τον τρόπο τελειώνει ο κόσμος
Με τούτο τον τρόπο τελειώνει ο κόσμος
Όχι με κρότο μα με λυγμό.



για πληροφοριες σχετικα με τον Τομας Στερνς Ελιοτ , δες εδω


Add To Facebook

T. S. Eliot - The Hollow Men (Οι Αχυρανθρωποι - Οι Αδειοι Ανθρωποι)


The Hollow Men
T. S. Eliot (1925)
We are the hollow men
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw.
Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats' feet over broken glass
In our dry cellar
Shape without form, shade without colour,
Paralysed force, gesture without motion;
Those who have crossed
With direct eyes, to death's other Kingdom
Remember us -- if at all -- not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.
II
Eyes I dare not meet in dreams
In death's dream kingdom
These do not appear:
There, the eyes are
Sunlight on a broken column
There, is a tree swinging
And voices are
In the wind's singing
More distant and more solemn
Than a fading star.
Let me be no nearer
In death's dream kingdom
Let me also wear
Such deliberate disguises
Rat's coat, crowskin, crossed staves
In a field
Behaving as the wind behaves
No nearer --
Not that final meeting
In the twilight kingdom
III
This is the dead land
This is cactus land
Here the stone images
Are raised,
here they receive
The supplication of a dead man's hand
Under the twinkle of a fading star.
Is it like this
In death's other kingdom
Waking alone
At the hour when we are
Trembling with tenderness
Lips that would kiss
Form prayers to broken stone.
IV
The eyes are not here
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley
This broken jaw of our lost kingdoms
In this last of meeting places
We grope together
And avoid speech
Gathered on this beach of the tumid river
Sightless, unless
The eyes reappear
As the perpetual star
Multifoliate rose
Of death's twilight kingdom
The hope only
Of empty men.
V
Here we go round the prickly pear
Prickly pear prickly pear
Here we go round the prickly pear
At five o'clock in the morning.
Between the idea
And the reality
Between the motion
And the act
Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom

Between the conception
And the creation
Between the emotion
And the response
Falls the Shadow

Life is very long

Between the desire
And the spasm
Between the potency
And the existence
Between the essence
And the descent

Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom
For Thine is
Life is
For Thine is the
This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
Not with a bang but a whimper.

Add To Facebook

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007

Αξιον Εστι - Ε' ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ

Odysseus Elytis ... Axion Esti (Nobel Prize for Literature 1978)
Ε' ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι στον ωμο τους
και πανω τους η μνημη καιει
ακαυτη βατος.
Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Ταραζεται ο καιρος κι απ' τα ποδια τις μερες κρεμαζει
αδειαζοντας με παταγο τα οστα των ταπεινωμενων.
Ποιοι, πως, ποτε ανεβηκαν την αβυσσο;
Ποιες, ποιων, ποσων οι στρατιες;
Τ' ουρανου το προσωπο γυριζει
κι οι εχθροι μου εφυγαν μακρυα.

Μνημη του λαου μου σε λενε Πινδο και σε λενε Αθω.
Εσυ μονη απ' τη φτερνα τον αντρα γνωριζεις
Εσυ μονη απ' την κοψη της πετρας μιλας.
Εσυ την οψη των αγιων οξυνεις
κι εσυ στου νερου των αιωνων την ακρη
συρεις πασχαλιαν αναστασιμη !
Αγγιζεις το νου μου και πονει το βρεφος της Ανοιξης !
Τιμωρεις το χερι μου και στα σκοτη λευκαινεσαι !
Παντα
παντα περνας τη φωτια για να φτασεις τη λαμψη.
Παντα
παντα τη λαμψη περναςγια να φτασεις τη ψηλα τα βουνα
τα χιονοδοξα.
Ομως τι τα βουνα;
Ποιος και τι στα βουνα;
Τα θεμελεια μου στα βουνα
και τα βουνα σηκωνουν οι λαοι
στον ωμο τους και πανω τους
η μνημη
καιει ακαυτη βατος !


http://

Add To Facebook

Axion Esti - Με Το Λυχνο του Αστρου

Axion Esti

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
Με το λύχνο του άστρου





Odysseus Elytis (Nobel Prize for Literature 1978)




Theodorakis, Mikis, Me to lihno tou astrou -poem by O. Elytis. -Sung by Gregoris Bithikotsis
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης - Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
ΜΕ ΤΟ ΛΥΧΝΟ του άστρου στους ουρανούς εβγήκα
Στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου
Που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!
Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν
Τ'αγόρια μου τουφέκια κρατούν και δεν κατέχουν
Που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!
Λυπημένες μυρσίνες ασημωμένες ύπνο
Μου ράντισαν την όψη
Φυσώ και μόνος πάω
Που να βρω τη ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!
Οδηγέ των ακτίνωνκαι των κοιτώνων
Μάγε Αγύρτη που γνωρίζειςτο μέλλον μίλησέ μου
Που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!
Εκατόγχειρες νύχτες μες στο στερέωμα όλο
Τα σπλάχνα μου αναδεύουν Αυτός ο πόνος καίει
Που να βρω την ψυχή μουτο τετράφυλλο δάκρυ!
Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς γυρίζω
Στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου
Που να βρω την ψυχή μουτο τετράφυλλο δάκρυ!



(αφιερωμενο στη Μνήμη Της Λήθης - για την σιωπή των ..Ονείρων μας!)

Add To Facebook